Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Η αριστερή αγάπη. Eίδος άνευ αντικειμένου.

"Ο εγωισμός προστατεύει, αλλά τελικά πρέπει να αρχίσει κανείς να αγαπά για να μην αρρωστήσει, και αρρωσταίνει αναγκαστικά, αν λόγω διάψευσης των προσδοκιών δεν μπορεί να αγαπήσει" λέει ο Φρόυντ για τις περιπέτειες των ανθρώπινων ορμών που υποχρεούνται να βγουν από τον εαυτό και να επενδύσουν αληθινά το εξωτερικό αντικείμενο. Διαφορετικά οι άνθρωποι πεθαίνουν ψυχικά, από αθεράπευτο ναρκισσισμό. Το ίδιο ισχύει και στις κοινωνικές ορμές με όποια μορφή και αν εκδηλωθούν, μεταξύ των οποίων και η πολιτική. Πρέπει να συναντήσουν το αληθινό αντικείμενο, τον άνθρωπο, αλλιώς οδηγούν σε σήψη και ταχύτατο εκφυλισμό.

Στην επίκαιρη εκδοχή της Ελληνικής αριστεράς με την επωνυμία "σύριζα", αν φύγουμε από το περιεχόμενο των εξαγγελιών της πολιτικής αυτής παράταξης και κρατήσουμε μόνον το αθροιστικό νόημά τους, θα λέγαμε ότι αυτό συμπυκνώνεται στην εκδήλωση μιας απέραντης, μοναδικής, και ασύγκριτης αγάπης προς το "αντικείμενο" λαό. Οι εξαγγελίες και οι υποσχέσεις της, δεν ήταν κοινά ψέμματα που κατέρρευσαν στην πράξη. Ήταν απλώς τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν αυτήν την απέραντη ωκεάνια αγάπη μέσω της οποίας θα χαρίζονταν απλόχερα τα πάντα στον θεάρεστο λαό. Η σύγκριση με την αγάπη των άλλων μάλιστα, δεν τοποθετούσε την τελευταία απλώς σε μικρότερη συγκριτικά διαβάθμιση, αλλά στο ακριβώς αντίθετο άκρο. Οι άλλοι μισούσαν τον λαό κατά την καλή αριστερά, η οποία διατήρησε το μονοπώλιο στην αγάπη και επιφορτίστηκε με την ευθύνη της καταπολέμησης των δυνάμεων του μίσους και του σκότους.

Ο κοινός νους βέβαια και όχι μόνον ο κλινικός, καταλαβαίνει με τα απλά αισθητήριά του, όταν τα διαθέτει, πως όπου βλέπουμε αγάπη με δόντια η κατάσταση βρωμάει.

Πράγματι, το δόγμα και οι εξαγγελίες της υπαρκτής αριστεράς έβριθαν από πλεονάζουσα αγάπη για την εργατιά, την προσφυγιά, την υγεία, τον ανθρωπισμό εν γένει. Σε ορισμένες εκφάνσεις μάλιστα επεκτείνονταν σε έναν μεσσιανισμό σωτηρίας του κόσμου. Όταν όμως οι ορμές, οι πολιτικές πρακτικές, ως φορείς πραγματικής εξουσίας συνάντησαν τον εργάτη, τον πρόσφυγα, τον άρρωστο, τον φυσικό άνθρωπο εν γένει, τον πραγματικό κόσμο και όχι την ωραία ιδέα για αυτόν, τότε η αγάπη της αριστεράς έμεινε ξαφνικά ορφανή και γυμνή. Οι εργάτες έχαναν την εργασία τους, οι πρόσφυγες πέθαιναν, οι άνθρωποι αρρώσταιναν, συνέχιζαν να αυτοκτονούν, ο φυσικός άνθρωπος με σάρκα και οστά, εν γένει υπέφερε. Στο μεταφυσικό δε επίπεδο της σωτηρίας του κόσμου, αυτός απλώς ζητούσε μια καλύτερη πραγματική οικονομία και όχι πληθωρισμό ιδεών.Η απαίτηση για "πολιτική διαπραγμάτευση" ήταν η έκφραση της φάρσας της ανικάνοτητας για πραγματική σχέση με τον κόσμο.


Η αναμενόμενη αντίδραση για κάποιον που αγαπά αληθινά το εξωτερικό αντικείμενο και το χάνει για οποιονδήποτε λόγο χωρίς δική του υπαιτιότητα, είναι να θλίβεται βαθειά για την απώλεια. Αυτό που είδαμε όμως στην κλινική πράξη ήταν ακριβώς το αντίθετο. Η "υπαρκτή αριστερά" αντί για θλίψη εκδήλωσε θυμό και αισθάνθηκε θιγμένη, προσβεβλημένη σαν την μάγισσα που τα ξόρκια της αποδείχτηκαν αέρας κοπανιστός. Ο φυσικός, ο πραγματικός εργάτης, ο πρόσφυγας, ο άρρωστος, ο άνθρωπος τον οποίο θα έπρεπε ορμικά να αφορά η ωκεάνια αγάπη ήταν τελικά όχι το αντικείμενο της, αλλά το “Βατερλώ” της. Ήταν το πεδίο όπου εκτέθηκε και αποκαλύφθηκε ένας απέραντος κακοήθης ναρκισσισμός. Διότι η τόσο προβεβλημένη αγάπη, αφορούσε και εξαντλούνταν τελικά μόνον στην ωραία αυτάρεσκη ιδέα που είχε για την προσφυγιά, την υγεία ως ιδέα, τον ανθρωπισμό ως σύλληψη, την εργατιά ως φαινόμενο. Ο ίδιος ο άνθρωπος ήταν πρόβλημα. Αυτό που η αριστερά απαίτησε από όλα τα πραγματικά "αντικείμενα" ήταν μόνον ο θαυμασμός για τις ωραίες ιδέες και γι’ αυτό ήταν αδιανόητο να αντιληφθεί και να αισθανθεί την οδύνη τους, την οποία εξέλαβε ως προσβολή και γι’ αυτό θύμωσε με αυτά. "Έφταιγε η κοινωνία της Λέσβου" για τους θανάτους, η αντιπολίτευση για την ματαιωτική πραγματικότητα, ο Χατζηπετρής για κάθε όλεθρο που μοιραία λόγω ανικανότητας αγάπης πέραν του εαυτού και του δόγματος, προκλήθηκε κατά την πρακτική άσκηση της εξουσίας από την αυτάρεσκη αριστερά.

Σε ένα άλλο επίπεδο, σε αυτό του λόγου, οι ιδέες που πριν την εξουσία υπαινίσσονταν την πνευματική υπεροχή της παράταξης, αποδείχτηκαν με την ανάληψής αυτής της εξουσίας, απέραντες κενολογίες και πολύ συχνά κοινές σαχλαμάρες σε βαθμό που εκπλήσσει. Ο λόγος ακούγεται και είναι κυριολεκτικά σαχλός όταν είναι και αυτός άνευ αντικειμένου, κενός, όταν είναι ναρκισσιστικός και αυτάρεσκος με αντικείμενο μόνον τον θαυμασμό. Γι’ αυτό και οι φορείς του φαίνονται να λένε κοινώς χαζομάρες. Η "διαπραγμάτευση" και κάθε αντίστοιχη διαδικασία φαίνεται χαζή και αποτυγχάνει ακριβώς διότι στερείται αντικειμένου πέραν της ίδιας.

Μέσα σε αυτή την διαδικασία, το περιβόητο "ηθικό πλεονέκτημα" κατάντησε διαβόητο με την αποκάλυψη του ναρκισσισμού. Ο εκφυλισμός της συγκεκριμένης ιδιαίτερης αριστεράς, καθίσταται υπό τις συνθήκες αυτές μια καθημερινή αποκαλυπτική πραγματικότητα σε οποιοδήποτε χωρίς διάκριση κοινωνικό, εθνικό, ή απλά ανθρώπινο ζήτημα αυτή εμπλακεί.

Είναι πλέον οριστικό. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να αγαπήσουν. Γι’ αυτό δεν μπορούν να δημιουργήσουν. Θα αρρωστήσουν. Ας ελπίσουμε χωρίς την κοινωνία πεθαμένη μαζί τους.


Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Παγκοσμιοποίηση ή κακός θάνατος

Είναι ολοένα και πιο συχνές τα τελευταία χρόνια οι αναφορές λόγω της μεγάλης έκτασής του, στο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Παρουσιάζεται τις περισσότερες φορές με μομφικό και κινδυνολογικό χαρακτήρα ή στην καλύτερη περίπτωση ως κάποιο αναπόφευκτο κακό. Το φαινόμενο όχι σπάνια, γίνεται αντικείμενο πολιτικής με παρανοϊκό τρόπο, ως ένας φοβερός κίνδυνος που έχει να καταπολεμηθεί για χάρη υψηλών αξιών που διακυβεύονται εξ’ αιτίας του. Για ορισμένους πολιτικούς χώρους η παγκοσμιοποίηση καθίσταται ο αντίπαλος δαίμονας και λόγος ύπαρξης.
Κάθε φορά που συναντώ αυτές τις προσεγγίσεις μου δημιουργείται αυτόματα η σκέψη, πως γίνεται μια άκρως ανώμαλη κουβέντα για το αυτονόητο, το φυσικό, το απλό, το κανονικό. Είναι μια κουβέντα ανάλογα ανώμαλη με αυτήν που θα γινόταν για τα αν τα παιδιά μεγαλώνουν ή για το αν οι άνθρωποι πεθαίνουν. Η αλήθεια είναι βέβαια πως οι άνθρωποι αναπόφευκτα μεγαλώνουν, δεν είναι όμως σίγουρο ότι πάντοτε το θέλουν, όσο και αν αυτό φαίνεται απλό και φυσικό. Κάποιοι “προτιμούν” για ψυχολογικούς λόγους να παραμείνουν στενά συνδεδεμένοι και εξαρτημένοι από το οικογενειακό τους περιβάλλον όπως αυτό έχει καταγραφεί μέσα τους. Αλήθεια είναι επίσης πως οι άνθρωποι κάποτε πεθαίνουν, έχοντας όμως με δική τους υπαιτιότητα διαφορετικό είδος θανάτου ο καθένας από ποιοτικής άποψης, για ψυχολογικούς λόγους.
Κάθε βρέφος που γεννιέται έχει στην αρχή μια αποκλειστική σχέση με τη συμβολική μητέρα του, συνιστώντας ένα παγκόσμιο συγκύτιο με αυτήν. Προοδευτικά αναγκάζεται να υποστεί τις ματαιώσεις και τις απώλειες αυτού του σύμπαντος και ο φαντασιακός κόσμος του ολοένα μικραίνει, περνώντας από την παιδική ηλικία και την εφηβεία προς την ενηλικίωση. Τότε, σε περίπτωση ιδανικής κατά το δυνατόν ψυχολογικής ανάπτυξης ο φαντασιακός κόσμος έχει δραματικά ελαχιστοποιηθεί στα όρια του σωματικού και ψυχικού Εγώ. Παράλληλα όμως, πάλι σε ιδανική περίπτωση, έχει προδιαγραφεί μια αντίστροφη μεγέθυνση του λεγόμενου πραγματικού κόσμου. Το άτομο έχει σχετιστεί με πολλούς άλλους, έχει αναπτύξει ενδιαφέροντα, συμμετέχει σε καταστάσεις, έχει δραστηριότητες που τις μοιράζεται και απαιτούν συνεργασία, εν γένει έχει κοινωνικοποιηθεί. Η πτώχευση της φαντασίωσης ακολουθείται από κοινωνικό πλούτο. Συμβαίνει δηλαδή κάτι παράδοξο. Ο άνθρωπος, ο καθένας στο μέτρο του, όσο φτωχαίνει από ναρκισσιστικό ενδιαφέρον για τον εαυτό του, τόσο περισσότερο πλουτίζει και γίνεται παγκόσμιος.
Βέβαια κάθε βράδυ, επειδή η δυναμική καμίας φάσης ανάπτυξης δεν χάνεται αλλά ζει στο ασυνείδητο, το άτομο ξανακλείνει τα σύνορά του ερμητικά και φτιάχνει όνειρα στα οποία ζει τις παλιές δόξες όπου φαντασιακά ήταν το ίδιο ο κόσμος όλος, ένας παγκοσμιοποιημένος εαυτός. Κάθε ξύπνημα είναι τρόπον τινά ένας νέος μαζοχισμός της ζωής, παρόμοιος με τον πρωτογενή που τον ανάγκασε να ζήσει. Μετά από έναν σύντομο θρήνο για την απώλεια της ηδονής του συμβολικού θανάτου που συνιστά ο ύπνος, ξεχύνεται και πάλι στην αναγκαστική απώλεια αυτής της ηδονής, δηλαδή στη ζωή. Επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του, από το διπλανό χωριό έως το πιο μακρινό μέρος του πλανήτη. Η κυκλική αυτή εναλλαγή μεταξύ της ηδονής του θανάτου και του μαζοχισμού της ζωής επαναλαμβάνεται χιλιάδες φορές μέχρι την οριστική κάποια στιγμή επικράτηση του φυσικού θανάτου.
Όσο πιο ναρκισσιστικός, δηλαδή αυτάρεσκος και εγωιστικός είναι ο άνθρωπος, τόσο η φαντασιακή συνθήκη του παγκοσμιοποιημένου εαυτού του ύπνου, συνεχίζει και στην εγρήγορση με άλλη φαινομενολογία, χωρίς να παρέχει σε ακραίες περιπτώσεις ίχνος λίμπιντο στο περιβάλλον. Αντίστοιχα όσο πιο ναρκισσιστική είναι μια κοινωνία τόσο πιο εχθρική γίνεται στην απώλεια του φαντασιακού σύμπαντος εαυτού της και καχύποπτη με τη λιβιδινική οικονομία των άλλων. Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες, σε μεγάλη βέβαια διαβάθμιση έως την ακραία κατάσταση του εκούσιου απομονωτισμού και απάρνησης του εξωτερικού κόσμου, μπορεί και όχι σπάνια ζουν τον κλειστό τους παράδεισο, που στην περίπτωση του ατόμου συνιστά αυτό που αποκαλείται “ψύχωση”. Στην περίπτωση των κοινωνιών η διαδικασία αυτή εκλαμβάνει δια της πολιτικής αντιπροσώπευσης διάφορες θεωρήσεις οικονομικού χαρακτήρα, με αντίστοιχο απομονωτισμό που έχει αναπόφευκτη συνέπεια τον κοινωνικό μαρασμό όμοιο με την ψύχωση σε ατομικό επίπεδο.
Η έξοδος από τον ναρκισσιστικό παράδεισο, είναι ο πρωτογενής μαζοχισμός της ζωής. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένας μικρός ψυχικός θάνατος με την έννοια κάποιας υποχρεωτικής και διαρκούς απώλειας, ώστε να αποφευχθεί ο καθολικός θάνατος στον ηδονικό κλειστό παράδεισο του εσωτερικού του δέρματος. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ζωή είναι ό,τι συμβαίνει ανάμεσα σε αυτά τα δύο είδη θανάτου. Του ηδονικού θανάτου του ναρκισσισμού και του μαζοχιστικού των μικρών ή μεγάλων καθημερινών απωλειών.
Το δεύτερο είδος βέβαια, αποζημιώνει δευτερογενώς τον άνθρωπο τόσο με ικανοποίηση από την προσφορά της λίμπιντό του στον κόσμο, όσο και από την ανακούφιση της αποσυμφόρησης του εαυτού από την λίμπιντο που άφθονα παράγει πληθώρα συμβόλων. Η αποσυμφόρηση αυτή αν δεν συνέβαινε, το άτομο θα πνιγόταν από τα ίδια του τα “υγρά”. Το δεύτερο αυτό είδος παρατείνει διαρκώς τη ζωή έως ένα καλό φυσικό τέλος στο μεμονωμένο υποκείμενο. Στην περίπτωση των κοινωνιών την σκυτάλη αναλαμβάνουν νέα υποκείμενα που συνεχίζουν την μαζοχιστική παγκοσμιοποίηση της λίμπιντο στην υπηρεσία της ζωής παρατείνοντάς την για τα κράτη και τα έθνη που απαρτίζουν.
Το πρώτο αντίθετα είδος θανάτου που υπόσχεται φαντασιακά την υπέρτατη ηδονή ενός ναρκισσιστικού εσωτερικού κόσμου, κλειστού είτε στο όριο του δέρματος είτε στο όριο φυσικών συνόρων σεμία συγκυτιακή ζωή με τους ιδεώδεις γονείς ή το ιδεώδες γονεϊκό κράτος, δίνει μια ζωή μαρασμού ατομικού και κοινωνικού αντίστοιχα. Επειδή όμως οι φαντασιώσεις θα υπάρχουν πάντα, αντιστοίχως οι άνθρωποι θα πάσχουν από ψυχώσεις και οι κοινωνίες θα αντιπροσωπεύονται πολιτικά από ιδεολογικοποιημένες εκφράσεις της. Τα καθεστώτα αυτά βέβαια λόγω του ολοκληρωτικού χαρακτήρα τους θα διαγράφουν έναν σύντομο σχετικά κύκλο και θα ανατρέπονται υποχρεωτικά κάποτε, από μέσα, αν τα έθνη θέλουν να ζήσουν ή έστω να μην σβήσουν με κακό τρόπο.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποστηρίξουμε και να δούμε, στη βάση της αναπόφευκτης ψυχολογικής πορείας ανάπτυξης και παλινδρόμησης, πως για παρόμοιους δυναμικούς λόγους, η παγκοσμιοποίηση όσο και η φοβική αντιπαλότητα σ’ αυτήν, πριν καταστούν οικονομικά και κοινωνικά φαινόμενα, είναι φαινόμενα της ανθρώπινης κοινωνικότητας από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής, στη βάση της οικονομίας των ανθρώπινων ορμών.
Η αντιστοίχηση αυτή δεν είναι μια θεωρητική υπόθεση αλλά στην πραγματική ζωή καθίσταται άκρως φυσική, πραγματική και υλική. Ο άνθρωπος μετουσιώνει τις ορμές του σε πνεύμα, παραγωγή, προϊόντα, τέχνη, που ανταλλάσσει με τα αντίστοιχα άλλων ανθρώπων. Η ψυχική οικονομία δηλαδή μετουσιώνεται σε απέραντη παραγωγή που αντιπροσωπεύεται στην πραγματική λεγόμενη οικονομία.
Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι λοιπόν απλά αναπόφευκτη. Είναι φυσική εξέλιξη ακολουθώντας τη δυναμική των νόμων της ζωής. Είναι φυσική όπως ένα παιδί μεγαλώνει και κάποτε πεθαίνει ως ενήλικος με έναν κατά το δυνατόν “καλό” τρόπο. Ενδιάμεσα έχει ζήσει απώλειες λόγω ακριβώς αυτής της ψυχικής παγκοσμιοποίησης με μεγαλύτερη απώλεια αυτήν του ναρκισσισμού του.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν αυτό το ψυχολογικό φαινόμενο πρέπει να συμβαίνει ή όχι, αν είναι καλό ή κακό. Απλά θα συμβαίνει εφόσον ο άνθρωπος δεν πεθαίνει είτε πρόωρα λόγω φυσικού θανάτου, είτε ψυχικά λόγω του φαντασιακού παραδείσου της ψύχωσης. Το ερώτημα θα είναι πως μπορεί η ορμική του παγκοσμιοποίηση να είναι όσο το δυνατόν καλύτερη, αποζημιώνοντάς τον ηδονικά για την απώλεια της ηδονής του ναρκισσισμού.
Το ίδιο ισχύει και για τα κράτη, τα έθνη και τις κοινωνίες. Αν για φυσικούς λόγους, όπως μια γενοκτονία δεν πεθαίνουν πρόωρα ή για πολιτικούς λόγους δεν περιορίζονται σε έναν κλειστό ολοκληρωτισμό έχοντας έναν εν ζωή μαρασμό και ως εκ τούτου κακό θάνατο, τότε απλά θα ακολουθούν τη φυσική πορεία της παγκοσμιοποίησης. Αυτή η τελευταία όπως κάθε συμμετοχή και ανταλλαγή στη ζωή θα έχει μικρές και μεγάλες άλλοτε απώλειες ως καθημερινούς θανάτους που όμως συνεισφέρουν στη συνέχιση της ζωής των εθνών, των κρατών και των κοινωνιών.
Η απώτερη συνθήκη αυτής της εξέλιξης που κανείς δεν ξέρει πότε και αν θα συμβεί θα είναι η παγκοσμιοποίηση ακόμα και αυτών των εθνικών και ιδιαίτερων κοινωνικών χαρακτηριστικών.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η μεταπολιτευτική πάθηση ΠΑΣΟΚ κλείνει τον κύκλο της

Παρακολουθούμε τις τελευταίες εβδομάδες να εξελίσσεται η ύποπτη αλληλεπίδραση μιας τράπεζας με επιχειρηματία που δοκιμάζει κατάληψη των media. Ταυτόχρονα η υπόθεση της χρηματοδότησης της ίδιας τράπεζας με κρατικό χρήμα υπό κυβερνητική καθοδήγηση και προφανώς συμφέρον, αναπόφευκτα φέρνει μνήμες “Κρήτης”. Τα πρόσωπα του δράματος συμπτωματικά είναι τα ίδια με κάποιες μετατοπίσεις θέσεων. Οι άνθρωποι της “Πρώτης”, της “Ρούμελης”, αυτοί που συνασπίστηκαν “βρώμικα” το ‘89 όπως ο διεκδικητής της γ.γ. του κομουνιστικού κόμματος περιστρέφονται σε ένα γαϊτανάκι συμφερόντων. Ακόμα και το όνομα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης τυχαίνει να είναι το ίδιο όπως την εποχή της “Κρήτης”.
Εκπληκτικές συμπτώσεις θα έλεγε κανείς.
Εκπληκτικά νομοτελειακά σηπτικά συμπτώματα, θα λέγαμε καλύτερα. Συμπτώματα μιας πάθησης που εξελίχθηκε και επαναλαμβάνεται στην κοινωνία και την πολιτική σαρώνοντας όλο το φάσμα της και η οποία παρουσιάζεται με την ίδια σημειολογία στην πιο γκροτέσκα έκφανσή της τώρα, λόγω ακριβώς της σύγχρονης γκροτέσκας εκφυλισμένης κυβερνητικής καρικατούρας.
Είναι τα συμπτώματα της ναρκισσιστικής “πάθησης ΠΑΣΟΚ” που χαρακτήρισε μια ολόκληρη εποχή η οποία συμπίπτει με την “μεταπολίτευση”.
Αποτελεί κοινή συνείδηση, η οποία επαναλαμβάνεται ως ιλαροτραγικό αστείο μεταξύ πολιτών και πολιτευτών, πως “όλα και όλοι στην Ελλάδα είναι ΠΑΣΟΚ”. Ασφαλώς κανένας υπαινιγμός δεν αφορά τον “σοσιαλισμό” του συνθετικού “ΣΟ” του “κινήματος” αλλά την ψυχική ιδιότητα, οργάνωση, σύνθεση, νοοτροπία, αντίληψη ζωής, σχέση με τον εαυτό και την πραγματικότητα που καλλιέργησε, διαπότισε, επέβαλε, εδραίωσε και καθιέρωσε η πολιτική πρακτική ΠΑΣΟΚ στις συνειδήσεις της κοινωνίας και των πολιτών. Συνέβη με την πρακτική αυτή μια βαθειά εγγραφή και μεταλλαγή στο εθνικό ασυνείδητο.
Για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, η πρακτική ΠΑΣΟΚ αναβίωσε και έφερε στην πρωτοκαθεδρία της λειτουργίας του έθνους, συγκεκριμένα ψυχικά ένστικτα που ευνοήθηκαν από συνθήκες τεχνητής ευμάρειας. Δημιουργήθηκε κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει στον ύπνο κάθε μεμονωμένου ατόμου. Ο άνθρωπος μέσα στην ονειρική ευμάρεια, παλινδρομεί ελεύθερα αναβιώνοντας και πραγματοποιώντας παιδικές επιθυμίες ικανοποίησης κάθε διαστροφικού είδους με τους γονείς, σε διάφορες συμβολικές εκφράσεις. Πραγματοποιεί χωρίς το κόστος του Οιδίποδα, δηλαδή τον ευνουχισμό, την ηδονική οιδιποδειακή φαντασίωση της συνένωσης με την μητέρα και την θανάτωση του πατέρα της πραγματικότητας.
Αυτήν ακριβώς την πάθηση έφερε το ΠΑΣΟΚ ακολουθώντας τον τόνο που του προσέδωσε ο ιδρυτής του. Δημιούργησε όλες τις συνθήκες της αμφίδρομα εξαρτητικής συνένωσης και σχέσης συμφέροντος του λαού με τη “Ιοκάστη πατρίδα”. Η σχέση αυτή ασφαλώς προϋπήρχε στο πλαίσιο μιας κοινωνικής και πολιτικής παθολογίας δεκαετιών του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Η ναρκισσιστική όμως αγάπη λαού και “μητέρας εξουσίας”, σε αδιαίρετη ενότητα ζωής και θανάτου, αναπτύχθηκε ως σύγχρονη τελείως διαφορετική ψυχική πάθηση καθώς πριμοδοτήθηκε με πολλούς τρόπους, υλικούς και απατηλά αξιακούς. Η παθολογική αυτή σχέση έγινε αυτοσκοπός, με σημαιοφόρο τον συνδικαλισμό σε ρόλο ομφαλίου λώρου. Παράλληλα κάθε άλλη ιδιωτική οικονομική πηγή “κοινωνικοποιήθηκε” για όσους θυμούνται, ώστε να μην υπάρχουν μη αιμομικτικές υποψίες ζωής, ενισχύοντας τον κύκλο της διαστροφής. Προοδευτικά στην σχέση αυτή προσχώρησε σε μεγάλο βαθμό κάθε άλλη λεγόμενη ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα επιδιώκοντας και πετυχαίνοντας για πολλά χρόνια μια αμφίδρομη ικανοποίηση με την εξουσία. Ιδιωτικός και δημόσιος τομέας εξομοιώθηκαν όπως είναι όμοια τα βρέφη στις πρώτες μέρες τους. Η πραγματικότητα του “πατέρα” αγνοήθηκε, περιφρονήθηκε, σκοτώθηκε θα λέγαμε συμβολικά μέσα στην ναρκισσιστική αυταρέσκεια ενός έθνους της αστακομακαρονάδας σερβιρισμένης στην μητρική κλίνη. Η πραγματική εργασία κατάντησε περίγελος.
Είναι βέβαιο και αναπόφευκτο πως μια τέτοια μη αναπαραγωγική αιμομικτική ηδονική πραγματικότητα θα είχε τις επιπτώσεις της σε κάθε τομέα της ζωής, την παιδεία, την κοινωνία, την οικονομία.
Η αλλοίωση του πολίτη μέσα σε αυτές τις συνθήκες ήταν διαβρωτικού χαρακτήρα στο επίπεδο να μαγνητίζεται από οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό πλειοδοτούσε στο είδος ΠΑΣΟΚ.
Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια αλλόκοτη ναρκισσιστική κατάσταση μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο στο πλαστό περιβάλλον της ευμάρειας των δανεικών που τη συντηρούν. Η αποθέωση της παθητικότητας και της αδράνειας από την οποία παράγεται πλούτος μπορεί να συντηρηθεί μόνον με εισαγόμενο πλούτο. Τα “κόπρανα” της ακινησίας επιχρυσώθηκαν για δεκαετίες με δανεικό χρήμα, ενώ παράλληλα η παθητικότητα του πρωκτού έγινε το “ιδεώδες του εθνικού Εγώ”, μια νησίδα ναρκισσισμού που τράφηκε επιπλέον από το φαντασιακό σπουδαίο παρελθόν. Ένας ιδιότυπος Ελληνορθόδοξος σοσιαλισμός εγκαθιδρύθηκε. Όσο μπορούσε να συντηρηθεί η ψεύτικη κατάσταση της ευδαιμονίας με το εισαγόμενο γάλα, η νεκρή “μητέρα κράτος” θήλαζε το ανώριμο “βρέφος-λαό” της, προάγοντας και μονιμοποιώντας την παλινδρόμηση και εξάρτησή του.
Όπως όμως η μοιραία αφύπνιση συνιστά ένα είδος ευνουχισμού από την ψεύτικη ευδαιμονία του ονείρου και φέρνει την υποχρεωτική εισαγωγή στην πραγματικότητα του συμβολικού πατέρα, ανάλογα η αναπόφευκτη κατάρρευση της οικονομίας του δανεικού γάλατος επέφερε τον ευνουχισμό. Έγκλημα και μοιραία τιμωρία ενός ασύδοτου ναρκισσιστικού συστήματος που δικαιούται τα πάντα χωρίς να υποχρεούται σε τίποτα όπως συμβαίνει στα βρέφη, ήταν συνοπτικά η κλινική πορεία της πάθησης ΠΑΣΟΚ. Ήταν η πάθηση της ακραίας παθητικοποίησης του λαού, όπου συμβολικά το πίσω μέρος του σώματος κλήθηκε και για πολλά χρόνια έγινε ακράδαντα πιστευτό ότι μπορεί να κάνει αναπαραγωγικά την δουλειά του εμπρός.
Το εκπληκτικό όμως γεγονός είναι πως από την πάθηση αυτή αρρώστησαν πολύ βαρύτερα οι δύο άλλες πολιτικές παρατάξεις, η δεξιά και η αριστερά. Ασφαλώς δεν υπήρχε οι δυνατότητα να αρρωστήσουν οι νεκροί οργανισμοί του ολοκληρωτισμού που στην Ελληνική τους εκδοχή είναι πιο νεκροί από ό,τι γενικά. Η διαφορά στον τρόπο που αρρώστησαν βέβαια από “ΠΑΣΟΚ” η δεξιά και η αριστερά, ήταν καθοριστική για την κατάσταση που ζούμε σήμερα.
Η δεξιά αρρώστησε εντός ονείρου, δηλαδή με άφθονο φαντασιακό χρήμα, επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο στη διανομή του γάλατος το οποίο πλήρωσε χρυσό, οδηγώντας αυτή τελικά στην χρεοκοπία και τον τελικό ευνουχισμό.
Η αριστερά αντίθετα αρρώστησε εκτός ονείρου, χωρίς ίχνος ψεύτικου χρήματος, με συντελεσμένο τον ευνουχισμό τον οποίο όμως “αρνήθηκε”. Η άρνηση του ευνουχισμού, δηλαδή η αδυναμία αντίληψης της πραγματικότητας, ίσως εγγενές πρόβλημα της αριστεράς, σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής σε συνδυασμό με ιδεολογικά απολιθώματα ήταν και παραμένουν οι καθοριστικοί παράγοντες της αλλοπρόσαλλης διακυβέρνησής της. Ο υπερβάλλον ζήλος της να πάθει ΠΑΣΟΚ, όπως και έγινε, ξεχνώντας κάθε τι το προοδευτικό, έχει τις ρίζες του στο γεγονός πως η πάθηση αυτή ξεκίνησε με το πρόσχημα της αποζημίωσης της αριστεράς για την αδικία της στην Οιδιποδειακή αγάπη του “γονέα κράτους” έναντι του δεξιού αδερφού που ευνοήθηκε από την αγάπη αυτή. Όταν κατέκτησε την εξουσία και στο δρόμο προς αυτήν, εκμεταλλεύτηκε με οίστρο όλα τα αιμομικτικά αισθήματα του λαού, από τα οποία τελικά θα ευνουχιστεί η ίδια κλείνοντας τον κύκλο της πάθησης με δραματικό τρόπο όπως και ο Οιδίποδας τον οποίο μιμήθηκε. Ασφαλώς η υπόθεση της τράπεζας δεν θα είναι η τελευταία πράξη αυτού του δράματος.
Παραδόξως το ίδιο το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ίσως επειδή πλήρωσε το ίδιο με ευνουχισμό το κρίμα για τον λοιμό που επέφερε, ενδεχομένως να έχει προϋποθέσεις απαλλαγής εν είδει κάθαρσης από την “αλλαγή” που ως ασθένεια, φέρει το όνομά του.
Η δεξιά, που επέφερε τον τελικό λιμό, την χρεοκοπία, ως συνέπεια του λοιμού που υιοθέτησε, είναι άγνωστο αν μπορεί να απαλλαγεί από τα παθολογικά στοιχεία εντός της. Κατά την προσωπική μου άποψη έχει πολύ “κομουνισμό” εντός της ως βαρίδιο.
Ο άγνωστος και πιο καθοριστικός παράγοντας της πάθησης ΠΑΣΟΚ όμως, θα παραμένει ο ίδιος ο πολίτης, αυτός που υιοθέτησε τη διαστροφή της παθητικότητας. Η δική του δυνατότητα απεξάρτησης και λιβιδινοποίησης θα προσδιορίσει την τελική έκβαση της νόσου σε εθνικό επίπεδο.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

"Σύριζα" ένα μεταψυχολογικό φαινόμενο της μεταπολίτευσης

     
Συχνά συγκρίνεται η παρούσα πολιτική εξουσία με τις προηγούμενες. Είναι κοινή, αν και απολύτως άστοχη η ερώτηση "καλά, οι άλλοι ήταν καλύτεροι;". Άλλες φορές πάλι, επιχειρείται να παρουσιαστεί ο πρόδηλος και για τους αδαείς πια, ταχύτατος κυβερνητικός εκφυλισμός, ως φυσική συνέπεια μιας προηγούμενης πολιτικής κατάστασης που δήθεν τον προετοίμασε. Ουδεμία σχέση έχουν αυτές οι εκλογικευτικές συλλογιστικές με την ουσία του "προβλήματος Σύριζα".
    "Σύριζα" είναι μόνον παρεμπιπτόντως πολιτικό κόμμα. Πρωτίστως είναι ένα συμπυκνωτικό ψυχολογικό, ανθρωπολογικό, και κοινωνικό Ελληνικό φαινόμενο με παραταξιακή μάσκα. Λίγοι είναι αναλογικά σε αυτόν οι εκπρόσωποι της απολιθωμένης αριστεράς. Τα περισσότερα πρόσωπά του έλκουν την καταγωγή τους από όλους τους άλλους χώρους έως και την άκρα δεξιά. Είναι σαν να συγκεντρώθηκαν τα στοιχειώδη ένστικτα σε έναν προνομιακό για το είδος τους ψυχολογικό χώρο, όπου μπορούν να εκφραστούν χωρίς οργανωτικές απαιτήσεις της πραγματικότητας, παρακάμπτοντάς την. Είναι το υποπροϊόν και όχι το έστω νοσηρό προϊόν, μιας κοινωνικής και πολιτικής πορείας που ονομάστηκε μεταπολίτευση. Πρόκειται για μια αντίστοιχη με τη δυναμική και οικονομική πορεία των ενστίκτων στον κάθε μεμονωμένο άνθρωπο μέχρι την ολοκλήρωσή του, που ονομάζεται μεταψυχολογία. Το "φαινόμενο Σύριζα" δεν βρίσκεται στην ίδια γραμμική σειρά με τον υπόλοιπο πολιτικό κόσμο και ουσιαστικά δεν είναι δυνατόν να συγκρίνεται με αυτόν. Η πολιτική και κοινωνική παθογένεια της μεταπολίτευσης εκφράστηκε σε επίπεδο εξουσίας με το προηγούμενο χρονικά πολιτικό σύστημα το οποίο κατέρρευσε νευρωτικά, ευνουχίστηκε θα λέγαμε, υπό το βάρος της αιμομικτικής αμαρτίας που δημιούργησε σε αμοιβαία σχέση υπαιτιότητας με τον λαό.
       Ο Σύριζα είναι στην ουσία μια αιφνίδια φαντασιακή αντιστροφή της κατάρευσης και όχι η συνέχειά της. Είναι το "αρνητικό" της, το πίσω που γύρισε και κοιτάζει μπρος και μάλιστα στο πιο χαμηλό επίπεδό του, έχοντας συλλέξει με μαγική επιδεξιότητα και καθόλου τυχαία, τα πιο θλιβερά πρόσωπά αυτής της κατάρρευσης.
     Σε ένα συμβολικό επίπεδο το οποίο στην ζωή και στις κοινωνίες είναι το μόνο πραγματικό, είναι σαν την περίπτωση όπου τα κόπρανα προβάλλουν περήφανα σαν λαμπερό χρυσάφι. Αυτό το ψυχολογικό φαινόμενο το οποίο είναι κάτι το φυσιολογικό και πολύ ηδονικό στα βρέφη αντιπροσωπεύει ο Σύριζα. Τα κόπρανα για τα βρέφη δεν είναι περιττώματα, αλλά δώρο στην ανθρωπότητα που συνιστά η μητέρα. Ακόμα και αυτά τα βρέφη όμως ακολουθώντας μια οργανωτική πορεία ενστικτικής εξέλιξης, φτάνουν κάποτε ως ενήλικες να ικανοποιούνται από τη δύσκολη και συχνά μαζοχιστική σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα. Την πρωτοκαθεδρία της συναλλαγής με αυτήν αναλαμβάνουν τα "γεννητικά όργανα". Τα "κόπρανα" καταλήγουν να είναι το υποπροϊόν μιας περασμένης ηδονής μέσω της οποίας δεν μπορούν να συναναστραφούν με την αληθινή ζωή χωρίς σημαντικό πρόβλημα. Μόνο στα όνειρα, σε ένα παράλληλο σύμπαν, μπορεί να ξαναγίνεται εφικτό το βασίλειο της ναρκισσιστικής βρεφικής ηδονής. 
      Όπως όμως, καθόλου σπάνια, συμβαίνει η αναστροφή της ενστικτικής ροής στην ανθρώπινη παθολογία όταν το άτομο ματαιώνεται ή αδυνατεί να σχετιστεί με τη ζωή και καταρρέει, ανάλογη αναστροφή συμβαίνει και στην ευρύτερη κοινωνική παθολογία, η οποία ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας ήταν μεγάλη και χρόνια. Τα "περιττώματα" ξαναέγιναν αυτομάτως φαντασιακά "χρυσάφι" αναλαμβάνοντας να εκπροσωπήσουν αυτά την γεννητικότητα. Με αυτήν την αμυντική διαστροφή, περήφανα επιχείρησαν να σχετιστούν μεσσιανικά με τη ζωή. Ο "Σύριζα" ουσιαστικά υιοθέτησε και παρέλαβε με καμάρι ό,τι πιο αποτυχημένο, παλιό, άχρηστο, απολιθωμένο, σε επίπεδο ανθρώπων, νοοτροπιών και ιδεών υπήρχε από το παλιό σύστημα και το οποίο ήταν η αιτία του εθνικού ευνουχισμού και μαγικά το αντέστρεψε σε απαστράπτουσα λύση. Όλες οι προτάσεις και οι υποσχέσεις του ήταν κατά βάσει οι αιτίες που οδήγησαν στην χρεοκοπία της χώρας. Το περιβόητο αντιμνημονιακό παραμύθι ήταν στην ουσία το σύμβολο της προσπάθειας επαναφοράς του κοινωνικού "αντιμνημονίου" δεκαετιών δηλαδή του τρελού εθνικού μέρους που λειτουργούσε ασύδοτα και οδήγησε στην καταστροφή. Ο "Σύριζα" ως ψυχολογικό είδος δεν είναι η συνέχεια, αλλά η "άρνηση" της καταστροφής, "η άρνηση του ευνουχισμού". Είδε στην "τρύπα" του ευνουχισμού, ένα τεράστιο εθνικό πέος στη θέα του οποίου φαντάστηκε πως οι παγκόσμιες αγορές θα εκστασιαζόταν. Φυσικά όλοι έβλεπαν τον ευνουχισμό και την ανικανότητα εκεί που με περίσσιο στόμφο επιδεικνύονταν η ψεύτικη στύση. Το κυβερνητικό θέαμα ήταν γελοίο. Δεν ήταν καθόλου τυχαία η πρώτη επιλογή ενός τόσο πρόδηλα ναρκισσικού υπουργού οικονομικών που εκλιπαρούσε για θαυμασμό, για να αντιπροσωπεύσει την εθνική μας φτώχεια με ψεύτικη επάρκεια.
       Η γκροτέσκα επιδεικτική ανοησία τόσο πολλών πολιτευτών όλων των επιπέδων της κυβέρνησης, δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Δεν είναι η άγνοια, η απειρία ή η αμορφωσιά τους, που τους κάνει να φαίνονται γελοίοι. Άπειροι και αμόρφωτοι έχουν ξαναϋπάρξει, όχι όμως τόσο μαζικά και όχι τόσο θρασύτατα επιδεικτικά. Είναι ακριβώς η περήφανη επίδειξη των περιττωμάτων σαν χρυσάφι που βρωμάει γελοιότητα.
      Επίσης η τόσο τυπική καθολική αποτυχία και επιδείνωση σε όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα με τα οποία το "φαινόμενο Σύριζα" έχει εμπλακεί, οφείλεται στην ίδια φαντασιακή αναστροφή. Προσπαθούν με την τρύπα του διανοητικού ευνουχισμού να κάνουν τη δουλειά που κάνει η διανοητική στύση διότι πραγματικά βλέπουν θησαυρό εκεί που όλοι βλέπουν πτώχευση. Με αυτή την αναστροφή είναι βέβαιο πως κάθε τι με το οποίο και στο μέλλον θα ασχοληθούν θα οδηγηθεί στην καταστροφή.
     Η ίδια πρωκτική φαντασίωση είναι αυτή που οδηγεί τελικά στην παθητική αποδοχή οποιασδήποτε "λύσης" προσφέρεται έτοιμη από τον εξωτερικό παράγοντα που τόσο είχε κατηγορηθεί, αφού καμία αληθινή δημιουργικότητα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει από τον πρωκτό. Αυτό διότι, το αδιαφοροποίητο περιεχόμενό του δεν είναι ποτέ δυνατόν να έχει την παραγωγική απόδοση των διαφοροποιημένων "γεννητικών οργάνων". Ο διχασμός με την προβολή όλου του κακού στους οποιουσδήποτε άλλους, με την παράλληλη φαντασιακή μονοπώληση της αγάπης, ήταν μοιραία συνέπεια αυτής της πυρηνικής ανεπάρκειας.
      Πρόκειται για "...κάτι παράλογο που δεν διορθώνεται, καταργείται" όπως πολύ σωστά λέει ο αρχηγός του ψυχολογικού φαινομένου.

 

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

“Ηθικό πλεονέκτημα”, το φιάσκο της “βιολογικής αριστεράς”

Η “ελπίδα” ήταν το σύνθημα που συνόδευσε την άνοδο της αριστεράς στην εξουσία στα Ελληνικά πολιτικά πράγματα, στους ήχους του εγκεφαλικού ζουρνά και στα βήματα μιας θριαμβικά εκστατικής παραζάλης. Η έλευσή της συνοδεύτηκε από τη μεσσιανική προσμονή πως οι πάντες θα χόρευαν στον ρυθμό της αριστερής πεντοζαλικής ωραιότητας και το “άγιον πνεύμα” της θα φώτιζε την Ευρώπη και τον κόσμο όλο.
Τίποτα από αυτά βέβαια δεν συνέβη. Η απελπισία για τους περισσότερους, η απογοήτευση και η αμηχανία για κάποιους οπαδούς είναι η πραγματικότητα που ακολούθησε. Κάθε κυβερνητική κίνηση είναι συναρτημένη με σίγουρη ήττα, γελοιότητα, καταστροφή και απόλυτο φιάσκο με μόνο άγνωστο το είδος του.
Η πασιφανής αυτή αντίθεση βέβαια, ξεπλένεται κάθε στιγμή στην κολυμβήθρα μιας περίεργης πυρηνικής φαντασίωσης που σαν προίκα συνοδεύει την αριστερά. Το “ηθικό πλεονέκτημα” ως μαγικό ραβδί καθαγιάζει ακόμα και την μεγαλύτερη τρέλα, που είναι πια μια καθημερινή απλή πραγματικότητα. Η αριστερά με τον μανδύα του μυστήριου “ηθικού πλεονεκτήματος” σεργιανίζει ανέμελα την άσχημη γύμνια της, σαν τον “βασιλιά” του Άντερσεν.
Τα παράλογα αυτά φαινόμενα δεν είναι τόσο ακατανόητα, ούτε τόσο ασυνήθιστα. Ας δούμε για παράδειγμα τη μόδα των λεγόμενων “βιολογικών” προϊόντων. Η κατανάλωσή τους συνοδεύεται από την φαντασία μιας “αγνότητας” της καταγωγής τους. Η φυσική κοπριά που τα τρέφει φαντάζει σαν “γη της επαγγελίας” απηλλαγμένη από βακτήρια και άλλα μολυσματικά στοιχεία. Η θρεπτική αξία, η υγιεινή και άλλες φυσικές ιδιότητες είναι στην πραγματικότητα άγνωστες και αδιάφορες, ίσως χειρότερες από τα μη “βιολογικά” προϊόντα, τα “μολυσμένα” από το “λίπασμα” της πραγματικής ζωής. Το βασικό στοιχείο της προτίμησης είναι μια ασαφής αλλά πολύ ισχυρή αίσθηση αγνότητας που καθιστά περιττή αλλά και ανεπιθύμητη οποιαδήποτε πραγματικότητα. Η ναρκισσιστική καταγωγή μιας τέτοιας φαντασίωσης είναι προφανής. Παραπέμπει στην ωραιότητα του μητρικού γάλακτος και την μακάρια αμεριμνησία της συνθήκης του θηλασμού.
Η παρούσα αριστερά προέκυψε από την ίδια διαδικασία και έχει την αυτάρεσκη ιδέα πως είναι ένα τέτοιο φαντασιακά “βιολογικό” προϊόν που κατέχει το “πλεονέκτημα” της αγνότητας της καταγωγής από κάποιον ιδεολογικό παράδεισο. Είναι αμόλυντη από την πραγματικότητα την οποία επιδεικτικά περιφρονεί. Προβάλλει ως να μεγάλωσε στην ευωδιαστή “κοπριά” ωραίων και άγιων ιδεών που εχθρεύονται την αληθινή ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος της σύγκρουσης και παταγώδους αποτυχίας της απέναντι σε οτιδήποτε αληθινό. Η πεποίθηση του “ηθικού πλεονεκτήματος” φέρει το σπέρμα αυτής της ναρκισσιστικής καταγωγής που δεν ανέχεται και δεν αντέχει την έξοδο από τον παράδεισο της αγνότητας. Είναι παιδί κάποιου ιδεολογικού Θεού, το γάλα του οποίου θηλάζει διαρκώς. Επιτίθεται με μίσος σε κάθε παράγοντα που σαν άλλο παιδί στο παραμύθι του Άντερσεν ξεμπροστιάζει την γύμνια της.
Η πεισματική ψευδαίσθηση της αγνότητας βέβαια δεν αρκεί να συγκαλύψει το πραγματικό λιβιδινικό κενό. Η αριστερά που προέβαλε σαν ζουμερή έφηβη αποδείχτηκε ό,τι πιο μπαγιάτικο και ανέραστο. Ο πρωθυπουργός ως βιτρίνα αυτής της αριστεράς, δεν είναι αμόρφωτος όπως λέγεται. Αυτό είναι μόνον επιφαινόμενο. Είναι κενός λιβιδινικά διότι εκπροσωπεί επάξια έναν ναρκισσιστικό βάλτο.Το αίσθημα πνιγμονής και ασφυξίας που καταλαμβάνει κάθε λογικό άνθρωπο που έρχεται σε επαφή με οποιαδήποτε ενέργεια των προσώπων της παράταξης αυτής, είναι η φυσική συναισθηματική αντίδραση στο υπαρξιακό άδειο τους. 
Ο ναρκισσισμός αυτός και η φαντασίωση του πλεονεκτήματος δεν προέκυψαν με παρθενογένεση παρότι έχουν όλα τα στοιχεία μιας αμόλυντης παρθενίας. Είναι δευτερογενείς συνέπειες ενός θερμού εθνικού τραύματος. Είναι τα υποπροϊόντα παλινδρόμησης ενός τμήματος της αριστεράς. Ο εμφύλιος πόλεμος λειτούργησε ως καθοριστικό οικογενειακό τραύμα όπου ο “αριστερός” αδερφός υπέστη φαντασιακό ευνουχισμό από τον “δεξιό”, στον Οιδιποδειακό ανταγωνισμό για την αγάπη της μητέρας πατρίδας. Τα μεγάλα και συχνά εγκληματικά αμαρτήματα του χαμένου αδερφού ξεπλύθηκαν λόγω της Οιδιποδειακής αδικίας που υπέστη, με τον εκ των υστέρων καθαγιασμό των όπλων και των ιδεολογημάτων του. Η παγκόσμια αποτυχία των ιδεών του δεν είχε καμία σημασία εμπρός στη δύναμη της φαντασίωσης της ηθικής υπεροχής. Το “ξέπλυμα” αυτό βέβαια απαιτεί την αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα σε έναν δευτερογενή ιδεολογικό βαλτώδη παράδεισο στον οποίο η αριστερά που τώρα κυβερνά παλινδρόμησε για χρόνια. Το ηθικό πλεονέκτημα που χτίστηκε στα σκοτάδια της αδράνειας, είναι μια μορφή ψευδαισθητικής αποζημίωσης. Δεν είναι κατά τη γνώμη μου τυχαίο πως αυτό το είδος αριστεράς δεν δέχεται συγγένεια ούτε με τη “βρώμα” της κομουνιστικής, ούτε με τη “βρώμα” της σοσιαλδημοκρατικής αδερφής της διεκδικώντας την μοναδική αγνότητα.
Αποστρέφεται και μισεί κάθε τι που μπορεί να κλονίσει την ψευδαίσθηση της “ηθικής υπεροχής”. Ουσιαστικά εχθρεύεται την πραγματικότητα και κάθε τι που αποκαλύπτει την κενότητά της. Είναι ένα “βιολογικό προϊόν” που τρέφεται αποκλειστικά με το γάλα της Παναγίας. Οι φαντασιώσεις όμως είναι τραγωδία της ζωής όταν δοκιμάζονται έμπρακτα σε αυτήν.
Μια τέτοια ονειροπαρμένη υπαρξιακή κατάσταση δημιουργεί τα παραληρήματα μεσσιανισμού, ζουρνάδων, ηθικού πλεονεκτήματος και οδηγεί σε συγκρούσεις ακόμα και με την πιο στοιχειώδη έκφανση της πραγματικότητας.

Πρόκειται για ένα μη επανορθώσιμο ψυχολογικό, κοινωνικό και εθνικό φαινόμενο δευτερογενούς ναρκισσισμού. Η υπόσχεση της “ελπίδας” κρύβει τα δόντια του μίσους του ανίκανου που φθονεί τον ικανό. Το “πολιτικό” αυτό είδος θα επιβιώνει ως ηθικό απόστημα το οποίο μπορεί μόνον να παρακαμφθεί από τις υγιείς δυνάμεις όλου του πολιτικού και κοινωνικού φάσματος.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Θρησκεία ενός κατώτερου Θεού

Δεν είμαι βέβαιος αν οι θρησκείες μπορούν να θεωρηθούν πολιτισμικά προϊόντα της ανθρωπότητας, σίγουρα όμως δεν είναι πάντα μεταξύ των πολιτισμένων. Παρ' όλα αυτά, είναι γεγονός πως δεν έχει υπάρξει εποχή και λαός χωρίς θρησκεία, διότι αυτή απορρέει από την φαντασιακή συγκρότηση του ίδιου του ανθρώπου. Ο Θεός πατέρας, η Θεά μητέρα και τα ξεχωριστά τέκνα συνδυάστηκαν σε όλους τους βαθμούς σχέσης και σκληρότητας μεταξύ τους. Ο ψυχικός ολοκληρωτισμός των θρησκειών έδειξε απίστευτη αντοχή σε σύγκριση με άλλους ολοκληρωτισμούς που έκαναν έναν σύντομο ιστορικό κύκλο, λόγω αυτής ακριβώς της συγκεντρωτικής οικογενειακής καταγωγής του. Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι και να θυσιαστούν ακόμα για τον τοτεμικό πατέρα της φαντασιακής τους υπόστασης, κάτι που δύσκολα θα έκαναν για τον φυσικό. Το θρησκευτικό σύστημα του ανθρώπου καθίσταται ένα ιδεώδες το οποίο τρόπον τινά είναι ο κληρονόμος του ναρκισσισμού του. Το ακραίο θρησκευτικό μίσος δεν είναι παρά μόνο η άλλη όψη του νομίσματος που εξαργυρώνει την ναρκισσιστική αγάπη στην Θεϊκή οικογένεια της καταγωγής. Τρελή αγάπη και τρελό μίσος αναπόσπαστα και αδιαχώριστα μεταξύ τους, φουντώνουν τον φανατισμό ως μαγιά των φονικών ενστίκτων του θανάτου. Τα ένστικτα αυτά είναι ο "Σατανάς", αυτός ο κατώτερος θεός που ρίχνει λάδι στη φωτιά  της πίστης. Ο θάνατος καθίσταται βέβαια ιερός αν συζευχθεί με τον σκοπό της ναρκισσιστικής επανένωσης με την Θεϊκή οικογένεια. Η αυτοθυσία υπό αυτές τις συνθήκες είναι καθαγιασμένη.
Οι ορμές του θανάτου ήταν πάντα ένα μυστηριώδες πεδίο της ανθρώπινης υπόστασης και δυστυχώς εκδηλώνονται με μεγάλη βιαιότητα σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο όταν οι συνθήκες θα το ευνοήσουν.
Θρησκευτικοί, οικονομικοί, επεκτατικοί και άλλοι πόλεμοι γίνονται μάρτυρες της ύπαρξής και της σφοδρότητάς τους. Η ικανοποίηση φαντασιακών ναρκισσιστικών κινήτρων βρίσκεται συχνά πίσω από τα πρόδηλα οικονομικά, εδαφικά και άλλα οφέλη. Ο πόλεμος των μονοθεϊστικών θρησκειών ακολουθεί αυτή τη φαντασιακή νομοτέλεια. Η αντιζηλία των διαφορετικών αδερφών για την υπέρτατη αγάπη του μοναδικού Θεού πατέρα πυροδοτεί τον φονικό ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ο προνομιούχος πρωτότοκος του μονοθεϊσμού Ιουδαϊσμός, συγκεντρώνει τον φθόνο των άλλων μονοθεϊστικών θρησκειών, χωρίς να αναιρεί καθόλου την μεταξύ τους διαμάχη. Αλλά και μεταξύ “διδύμων” αδερφών, ορθοδόξων και καθολικών, Σιιτών και Σουνιτών η φαντασιακή διαμάχη για την προνομιακή αγάπη του Πατέρα είναι σκληρή και ορισμένες φορές σκληρότερη. Η “Δύση” και ο πολιτισμός της είναι ένα ακόμα πρόσωπο, μια μεταμφιεσμένη απόδοση του μισητού αδερφού. Με βεβαιότητα θα υπάρξουν και άλλες στο μέλλον.
Ποια είναι η “λύση” και η έξοδος από αυτή τη βίαιη συνθήκη;Πως μπορεί ο άνθρωπος να γλυτώσει από αυτόν τον κατώτερο θεό;
Μια κάποια απάντηση επιχείρησε να δώσει η Κοινωνία των Εθνών το 1931 έπειτα από τον καταστροφικό πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ζήτησε από προσωπικότητες της εποχής να ανταλλάξουν επιστολές γύρω από ζητήματα της αρμοδιότητάς της, με σκοπό τη δημοσίευσή τους στην υπηρεσία της παγκόσμιας ειρήνης.
Ο Αϊνστάιν ήταν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκαν και επέλεξε να αλληλογραφήσει με τον Φρόυντ. Του έθεσε το ερώτημα, “υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από τη μοίρα του πολέμου;”.
Η επιστολή του Φρόυντ εστιάστηκε στο πεπρωμένο του πανανθρώπινου ενστίκτου του θανάτου που βρίσκεται πίσω από την καταστροφική βία όλων των μορφών, ασφαλώς και της θρησκευτικής. Η πρότασή του για έξοδο από τη μοίρα αυτή, ήταν ο πολιτισμός. Σημείωσε όμως πως ο μύλος του πολιτισμού αλέθει τόσο αργά, που αναπόφευκτα πολλοί θα πεθάνουν από “πείνα” μέχρι να δώσει το “αλεύρι” του.....

Δεν μπορούμε να ελπίζουμε λοιπόν στον πολιτισμό με την έννοια του χρηστικού μέσου, ούτε να τον επικαλούμαστε σαν άλλη θρησκεία. Ο πολιτισμός απλώς προκύπτει από τη διαρκή μετουσίωση των ενστίκτων στον χρόνο που αυτά χρειάζονται .
Ίσως σε ένα απώτερο, ποιος ξέρει πόσο μακρινό μέλλον θα παγκοσμιοποιηθεί τόσο ο πολιτισμός, που οι άνθρωποι δεν θα σκοτώνονται μεταξύ τους. Αν αυτό το μέλλον υπάρξει βέβαια ποτέ, είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχουν θρησκείες και στρατοί.
Μέχρι τότε θα υπάρχουν οι κοινωνικοί θεσμοί, η δημοκρατία και ο γνήσιος ανθρωπισμός.